βαθύγειος

βᾰθῠ-γειος, ον, Call.Ap.65, Thphr.HP4.11.9, Str.6.3.5, D.S. 20.109: [comp] Sup., Ph.1.332, al.: [dialect] Ion. [suff] βᾰθῠ-γαιος Hdt.4.23; [dialect] Att. [suff] βᾰθῠ-γέως, ων, Thphr.CP2.4.10:—
A with deep soil, productive, ll.cc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαθύγειος — with deep soil masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυγειοτάτων — βαθύγειος with deep soil fem gen superl pl βαθύγειος with deep soil masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθύγειον — βαθύγειος with deep soil masc/fem acc sg βαθύγειος with deep soil neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυγειοτάτην — βαθύγειος with deep soil fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυγειοτάτοις — βαθύγειος with deep soil masc/neut dat superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυγειοτάτῃ — βαθύγειος with deep soil fem dat superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυγείου — βαθύγειος with deep soil masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυγείους — βαθύγειος with deep soil masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυγείων — βαθύγειος with deep soil masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυγείῳ — βαθύγειος with deep soil masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθύγεια — βαθύγειος with deep soil neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.